Την 1η Νοεμβρίου 1755 η Λισσαβώνα, η λαμπρή πρωτεύουσα της Πορτογαλίας και σύμβολο της αποικιακής της ισχύος, ξυπνά με έναν ουρανό ανέφελο. Οι καμπάνες των εκκλησιών αντηχούν και χιλιάδες πιστοί γεμίζουν τους ναούς της πόλης για να τιμήσουν τη γιορτή. Μέσα σε λίγα λεπτά, όμως, η ευσεβής αυτή ηρεμία θα μετατραπεί σε απόλυτη κόλαση.
Γύρω στις δέκα το πρωί, η γη αρχίζει να τρέμει με ανείπωτη βία. Ο σεισμός διαρκεί τρεις έως έξι ατελείωτα λεπτά, ανοίγοντας τεράστια ρήγματα στο έδαφος και γκρεμίζοντας σχεδόν όλα τα κτίρια της πόλης. Οι άνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι προς το λιμάνι και τις όχθες του ποταμού Τάγου, πιστεύοντας ότι εκεί θα σωθούν.
Όμως, μία ώρα αργότερα, ένα γιγαντιαίο τσουνάμι χτυπά τη Λισσαβώνα. Τα κύματα καταπίνουν τα πλοία, γκρεμίζουν τις αποβάθρες και παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, φωτιές ξεσπούν παντού, μετατρέποντας την πόλη σε φλεγόμενο εφιάλτη για πέντε ολόκληρες μέρες.
Η Λισσαβώνα των 250.000 κατοίκων, το «στολίδι» της Ιβηρικής και προπύργιο της Ιεράς Εξέτασης, εξαφανίζεται από τον χάρτη. Υπολογίζεται ότι 10.000 έως 40.000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους.
Ένα γεγονός που άλλαξε τον κόσμο
Ο Μεγάλος Σεισμός της Λισσαβώνας δεν υπήρξε μόνο φυσική καταστροφή — ήταν ιστορική και φιλοσοφική τομή.
Η είδηση εξαπλώθηκε με ασύλληπτη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη. Για πρώτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να αμφισβητούν το «θεϊκό σχέδιο» και την απόλυτη αγαθότητα του Θεού.
Πώς μπορούσε ένας πανάγαθος Δημιουργός να επιτρέψει την εξολόθρευση χιλιάδων πιστών μέσα σε εκκλησίες;
Η ερώτηση αυτή θα συγκλονίσει στο εξής τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την πολιτική σκέψη της εποχής.
Ο μικρός τότε Γκαίτε θα αναρωτηθεί αργότερα για το «νόημα του κακού».
Ο Βολταίρος, σοκαρισμένος, θα γράψει το περίφημο «Poème sur le désastre de Lisbonne», επιτιθέμενος στην αφελή αισιοδοξία του Λάιμπνιτς ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο».
Ο Ρουσσώ, από την άλλη, θα δει στο γεγονός αυτό την απόδειξη ότι ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τη φύση και τιμωρείται από την ίδια του την αστική συγκέντρωση.
Ακόμα και ο Ιμάνουελ Καντ, που τότε ήταν μόλις 31 ετών, θα δημοσιεύσει τρεις πραγματείες για τον σεισμό — προσεγγίζοντάς τον όχι θεολογικά, αλλά επιστημονικά. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που μια φυσική καταστροφή ερμηνεύτηκε ως γεωλογικό φαινόμενο και όχι ως θεία τιμωρία.
Η ανοικοδόμηση και η γέννηση της σύγχρονης Πορτογαλίας
Μέσα από τα ερείπια αναδύεται μια νέα μορφή εξουσίας: ο Sebastião José de Carvalho e Melo, γνωστός ως Μαρκήσιος του Πομπάλ.
Όταν ο βασιλιάς Ζοζέ Α΄ ρωτά απεγνωσμένα «Τι πρέπει να κάνουμε;», εκείνος απαντά ψύχραιμα:
«Να θάψουμε τους νεκρούς και να ταΐσουμε τους ζωντανούς».
Από εκείνη τη στιγμή, ο Πομπάλ θα αναλάβει πλήρως την ανασυγκρότηση της χώρας.
Με ορθολογισμό, πειθαρχία και διορατικότητα, θα μετατρέψει την Πορτογαλία σε ένα μοντέρνο, προοδευτικό κράτος.
Θα εισάγει τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών στα πανεπιστήμια, θα ιδρύσει βοτανικό κήπο, αστεροσκοπείο, και θα περιορίσει τη δύναμη των Ιησουιτών.
Η νέα Λισσαβώνα θα χτιστεί αντισεισμικά — με ευρείς δρόμους, χαμηλά κτίρια και αστική οργάνωση που αποτέλεσε πρότυπο για όλη την Ευρώπη.
Ήταν ίσως η πρώτη συνειδητή πολεοδομική αναγέννηση μετά από φυσική καταστροφή στην ήπειρο.
Ένα γεγονός-ορόσημο για την ανθρωπότητα
Ο σεισμός της Λισσαβώνας του 1755 έγινε σύμβολο της ανθρώπινης αδυναμίας απέναντι στη φύση, αλλά και της γέννησης του σύγχρονου ορθολογισμού.
Από εκεί και πέρα, ο κόσμος δεν μπορούσε πια να βλέπει τις καταστροφές μόνο ως “θέλημα Θεού”.
Ο Θεός, για πρώτη φορά, έπαψε να θεωρείται απόλυτα δίκαιος.
Η Φύση, για πρώτη φορά, έπαψε να θεωρείται μόνο ευεργετική.
Και η Ευρώπη μπήκε αμετάκλητα στην εποχή της επιστήμης, της αμφισβήτησης και του Διαφωτισμού.

