Ο Οκτώβριος του 1937 ξεκίνησε ήρεμα για την Κρήτη, με καλό καιρό και χωρίς την παραμικρή ένδειξη για την καταστροφή που επρόκειτο να ακολουθήσει. Ένα αβαθές βαρομετρικό χαμηλό από τον θερμό Λιβυκό κινήθηκε προς το νησί και μέσα σε λίγες ώρες εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη μετεωρολογική τραγωδία του 20ού αιώνα για την Κρήτη. Η ατμόσφαιρα βρισκόταν σε έντονη αστάθεια, ενώ ένα ισχυρό ανατολικό ρεύμα ενίσχυσε τη δυναμική του συστήματος, προκαλώντας ακραίες καταιγίδες μεγάλης διάρκειας. Η έντονη σύγκλιση υγρασίας και θερμότητας δημιούργησε συνθήκες ανάλογες με αυτό που σήμερα οι μετεωρολόγοι ονομάζουν «βόμβα υγρασίας». Το βράδυ της 17ης προς 18η Οκτωβρίου 1937 η Κρήτη χτυπήθηκε από πρωτοφανή θεομηνία.
Στα Χανιά οι καταρρακτώδεις βροχές έφτασαν τα 212 χιλιοστά μέσα σε μία μόνο νύχτα, ποσότητα αδιανόητη για τα δεδομένα της εποχής. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε χειμάρρους, το νερό έφτανε μέχρι τη μέση των ανθρώπων και ολόκληρα τμήματα της πόλης παρασύρθηκαν από τα ορμητικά νερά. Καταστήματα και σπίτια καταστράφηκαν, υποδομές κατέρρευσαν και ζώα πνίγηκαν μέσα στην πόλη, ωστόσο παρά τη σφοδρότητα της κακοκαιρίας δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες στα Χανιά.
Η κατάσταση όμως στο Ηράκλειο ήταν ακόμα πιο τραγική. Η πόλη βίωσε ένα πρωτοφανές πλημμυρικό φαινόμενο όταν οι χείμαρροι ξεχείλισαν παρασύροντας σπίτια, γέφυρες και δρόμους. Η περιοχή των Κάτω Πατελλών υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή, καθώς δεκάδες κατοικίες γκρεμίστηκαν μέσα στη νύχτα. Η βασική γέφυρα υπέστη καθίζηση με αποτέλεσμα την απομόνωση της περιοχής, ενώ ο ποταμός Γιόφυρος υπερχείλισε μετατρέποντας ολόκληρες συνοικίες σε λίμνες από λάσπη. Ο επίσημος απολογισμός ανέφερε δεκαέξι νεκρούς, αριθμός που αποτελεί μέχρι σήμερα τον μεγαλύτερο σε φυσική καταστροφή στην Κρήτη κατά τον 20ό αιώνα.
Οι πλημμύρες είχαν επίσης σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες. Τεράστιες ποσότητες χώματος παρασύρθηκαν από τα ορμητικά νερά προς τη θάλασσα, με αποτέλεσμα για εβδομάδες η ακτογραμμή της βόρειας Κρήτης να πάρει κόκκινο χρώμα από τις λάσπες. Η διάβρωση των εδαφών ήταν τόσο εκτεταμένη, ώστε καταστράφηκαν γεωργικές εκτάσεις και καλλιέργειες σε μεγάλες περιοχές του νησιού.
Η καταστροφή δεν είχε ακόμη τελειώσει. Στις 20 Οκτωβρίου μια νέα καταιγίδα έπληξε το Ακρωτήρι Χανίων προκαλώντας νέες ζημιές. Δρόμοι αποκλείστηκαν, δέντρα ξεριζώθηκαν και χωριά έμειναν αποκομμένα, ενώ σε ορισμένα σημεία η διάβρωση του εδάφους ήταν τόσο βαθιά που αποκαλύφθηκαν ακόμη και παλαιοί τάφοι του 12ου αιώνα, γεγονός που καταγράφηκε στον Τύπο της εποχής.
Η εφημερίδα «Πατρίς» περιέγραψε την τραγωδία με συγκλονιστικό τρόπο, γράφοντας: «Ενώ μέχρι της 7ης απογευματικής της Κυριακής όλοι επανηγύριζαν την έλευσιν του χειμώνος, εκφράζοντες την χαράν των δια τα ευχάριστα αποτελέσματα που θα είχεν η άφθονος πρώιμος βροχή δια τας γεωργικάς καλλιεργείας, χθες εξύπνησεν η πόλις βυθισμένη εις το πένθος και την θλίψιν δια την επελθούσαν εκ των καταρρακτωδών βροχών συμφοράν».
Το φαινόμενο εκείνο του Οκτωβρίου 1937 υπενθυμίζει ότι η φύση μπορεί να ξεσπάσει με ασύλληπτη δύναμη ακόμη κι όταν όλα φαίνονται ήρεμα. Η λαϊκή σοφία συνοψίζει το μήνυμα εκείνης της θεομηνίας με μια φράση που παραμένει επίκαιρη: «Ο μήνας χάνει τα νερά, ο χρόνος δεν τα χάνει».








