Ένα εξαιρετικά βαθύ βαρομετρικό χαμηλό σύστημα, το οποίο αναπτύχθηκε και ενισχύθηκε ραγδαία στο Ανατολικό Αιγαίο, ήταν η αιτία της πρωτοφανούς σε ένταση κακοκαιρίας που έπληξε την Ελλάδα στις 22 Ιανουαρίου 2004. Το φαινόμενο χαρακτηρίστηκε από τους μετεωρολόγους ως «μετεωρολογική βόμβα», ένας όρος που χρησιμοποιείται διεθνώς για περιπτώσεις εκρηκτικής κυκλογένεσης, δηλαδή για βαρομετρικά χαμηλά που βαθαίνουν εξαιρετικά γρήγορα μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, προκαλώντας ακραία καιρικά φαινόμενα.

Όπως είχε δηλώσει στην εφημερίδα Καθημερινή ο τότε διευθυντής του Τμήματος Προγνώσεων της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, Δημήτρης Ζιακόπουλος, η «μετεωρολογική βόμβα» ουσιαστικά «εξερράγη» πάνω από τη χώρα μας. Η ατμοσφαιρική πίεση στο κέντρο του βαρομετρικού χαμηλού υποχώρησε στα 972 hPa, μια εξαιρετικά χαμηλή τιμή για τα ελληνικά μετεωρολογικά δεδομένα, που καταδεικνύει τη σφοδρότητα και τη δυναμική του συστήματος. Η τόσο απότομη και μεγάλη πτώση της πίεσης αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό που γέννησε τους πολύ θυελλώδεις ανέμους και τα ακραία φαινόμενα που ακολούθησαν.
Την επιστημονική διάσταση του φαινομένου είχε εξηγήσει και ο μετεωρολόγος-ερευνητής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, τονίζοντας ότι η πίεση του βαρομετρικού χαμηλού μειώθηκε κατά περίπου 24 hPa μέσα σε μόλις 24 ώρες, δηλαδή με ρυθμό σχεδόν 1 hPa ανά ώρα. Σε ένα συνηθισμένο βαρομετρικό χαμηλό, μια αντίστοιχη πτώση μπορεί να απαιτήσει ακόμα και αρκετές ημέρες. Αυτή η εκρηκτική μεταβολή ήταν που μετέτρεψε το σύστημα σε έναν «μίνι τυφώνα» για τα δεδομένα της Μεσογείου.
Η κακοκαιρία της 22ας Ιανουαρίου 2004 είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός ακραίου καιρικού επεισοδίου. Στο Αιγαίο οι άνεμοι έφτασαν σε επίπεδα που σπάνια έχουν καταγραφεί στη χώρα. Ανοιχτά της Λήμνου μετρήθηκαν ριπές ανέμου έως και 182 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ σε νησιά όπως η Άνδρος και η Νάξος οι άνεμοι άγγιξαν τα 180 χιλιόμετρα την ώρα. Στη Χίο καταγράφηκαν ριπές της τάξης των 160 χιλιομέτρων την ώρα, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα σε υποδομές, μεταφορές και δίκτυα ηλεκτροδότησης.
Ιδιαίτερα επικίνδυνες ήταν και οι θαλάσσιες συνθήκες, καθώς το ισχυρό βαρομετρικό χαμηλό δημιούργησε τεράστια θαλάσσια κύματα, με το ύψος τους να εκτιμάται ότι έφτασε ακόμη και τα 12 έως 15 μέτρα σε ανοιχτές περιοχές του Αιγαίου. Η ναυσιπλοΐα διακόπηκε σχεδόν πλήρως, πολλά δρομολόγια ακυρώθηκαν, ενώ αναφέρθηκαν ζημιές σε λιμενικές εγκαταστάσεις και παράκτιες περιοχές.
Παράλληλα με τους θυελλώδεις ανέμους, το σύστημα συνοδεύτηκε από έντονη ψυχρή εισβολή, με χαμηλές θερμοκρασίες και χιονοπτώσεις σε μεγάλο μέρος της χώρας, ακόμη και σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο. Ο συνδυασμός ισχυρών ανέμων, παγετού και χιονιού επιδείνωσε σημαντικά τις συνθήκες, προκαλώντας προβλήματα στο οδικό δίκτυο και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η «μετεωρολογική βόμβα» του Ιανουαρίου 2004 παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και βίαια παραδείγματα ακραίων καιρικών φαινομένων στην Ελλάδα. Το συγκεκριμένο επεισόδιο μελετήθηκε εκτενώς από την επιστημονική κοινότητα και συνέβαλε στην καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών εκρηκτικής κυκλογένεσης στη Μεσόγειο, αλλά και στη βελτίωση των συστημάτων πρόγνωσης και έγκαιρης προειδοποίησης για παρόμοια φαινόμενα στο μέλλον.

